Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΣΗΜΑΚΗΣ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΣΗΜΑΚΗΣ
λόγω των ημερών

Τον κύριο Ασημάκη τον γνώρισα την εποχή που ήμουν βιοτέχνης παιδικών ενδυμάτων. Τότε ταξίδευα συχνά σ’ όλη την Ελλάδα — και κυρίως στην Αθήνα — για να προωθώ τη δουλειά μου.
Εκείνος είχε αποθήκη ετοίμων ενδυμάτων στο κέντρο. Αγόραζε χονδρική από κατασκευαστές και διέθετε στα μαγαζιά λιανικής. Ήταν αρκετά μεγαλύτερός μου. Ντυνόταν συνήθως ατημέλητα, με ρούχα που δεν είχαν καμιά σχέση με τη μόδα. Ήταν σκυθρωπός. Δεν θυμάμαι να τον είδα ποτέ να χαμογελάει — ιδίως όταν έμπαινα εγώ.
Δεν θυμάμαι ποιος μου τον σύστησε. Θυμάμαι όμως τι έλεγαν οι άλλοι: «δύσκολος πελάτης», «γκρινιάρης», «γρουσούζης». Κι όσο περνούσε ο καιρός, με τακτική συνεργασία, έφτασα να έχω περίπου την ίδια γνώμη. Όχι γιατί δεν πουλούσε τα εμπορεύματά μου — τα πουλούσε. Αλλά γιατί όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής, άρχιζε το ίδιο τροπάρι: πως τα προϊόντα μου έφευγαν επειδή εκείνος ήταν καλός έμπορος και επειδή το μαγαζί του ήταν σε «επίκαιρο σημείο».
Όταν πήγαινα να κλείσουμε λογαριασμούς, με ρωτούσε πρώτα πόσες μέρες θα μείνω στην Αθήνα. Και φρόντιζε πάντα να μου κλείσει ραντεβού την τελευταία μέρα, την τελευταία στιγμή. Έτσι έκανε.
Η συζήτηση για τις επιταγές ήταν κάθε φορά αγώνας. Μου έδινε επιταγές πελατών, μακράς διάρκειας, και μόνο ύστερα από πίεση τις υπέγραφε από πίσω. Το απέφευγε. Δεν ήθελε ευθύνες, σε περίπτωση που κάποια επιταγή δεν είχε αντίκρισμα. Το ήξερα. Το καταλάβαινα. Και το θεωρούσα, όπως ήταν, αντιεπαγγελματικό. Κι όμως, ο τζίρος που μου έκανε ήταν αρκετός. Κι έτσι, το κατάπινα.

Στους δειγματισμούς άφηνε τις πωλήτριες να διαλέγουν μοντέλα κι εκείνος όριζε ποσότητες. Μοιραία, γρήγορα απέκτησα μια οικειότητα με τα κορίτσια και αστειευόμουν μαζί τους. Εκείνος δεν το άντεχε. Μας κοίταζε πάντα με μια καχυποψία που δεν έκρυβε. Τα κορίτσια, πάλι, με προειδοποιούσαν: «Σήμερα είναι στα κάτω του», «σήμερα είναι νευρικός». Για να ξέρω πώς να σταθώ.
Οι γιορτές των Χριστουγέννων ήταν η περίοδος που κατέβαινα στην πρωτεύουσα για να εισπράξω τα χρωστούμενα από τους πελάτες μου. Λόγω των ημερών, η κατανάλωση ανέβαινε — κι αυτό μου έδινε την ευκαιρία να κλείσω μεγαλύτερο μέρος από το αντίτιμο της δουλειάς μου.
Εκείνη τη χρονιά ήμουν ήδη τέσσερις μέρες στην Αττική και προσπαθούσα να κλείσω όσους περισσότερους λογαριασμούς μπορούσα. Είχα τελειώσει με όλους. Έμενε ο συνήθως τελευταίος: ο κύριος Ασημάκης. Μου έδωσε ραντεβού την παραμονή των Χριστουγέννων, την τελευταία στιγμή.
Στο κενό ως τότε, πήγα σ’ ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ και πήρα τρόφιμα που δύσκολα θα έβρισκα στη Βέροια. Πήρα και γλυκά, όπως μου είχαν παραγγείλει τα παιδιά, από ένα μαγαζί που έφτιαχνε γλυκά της Πόλης. Εκεί προμηθεύτηκα κι ένα είδος μελομακάρονα που τα έλεγαν isli.

Όταν οι εισπράξεις πάνε καλά, ψωνίζεις κι εσύ πιο εύκολα — χρήσιμα και περιττά μαζί. Εγώ πάντα ήμουν από αυτούς: δεν έπαιρνα μόνο ό,τι χρειαζόμουν. Έπαιρνα κι ό,τι μου «γυάλιζε».
Ήρθε η ώρα. Πήγα στο μαγαζί του.
Ήταν μισοσκότεινο. Τα κορίτσια είχαν φύγει για να κάνουν γιορτές με τις οικογένειές τους. Τον βρήκα στο πατάρι. Κι εκεί συνέβη κάτι που δεν περίμενα: μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς γκρίνιες, κλείσαμε το υπόλοιπο του λογαριασμού μας με τον καλύτερο τρόπο.
Σηκώθηκα να φύγω. Να τον χαιρετήσω. Να του ευχηθώ.
Τότε με ρώτησε αν έχω το αυτοκίνητό μου μαζί. Όταν του απάντησα «ναι», μου ζήτησε — ευγενικά, πράγμα που με ξάφνιασε — αν θα μπορούσα να τον πάω κάπου.
Δεν μπορούσα να του αρνηθώ. Σε λίγο τον είδα να παίρνει μερικές σακούλες και να τις βάζει στο πίσω κάθισμα.
Με καθοδηγούσε άνετα, μέσα από πολυσύχναστους δρόμους. Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια περιοχή ήταν. Θυμάμαι όμως την εικόνα: άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί με τσάντες στα χέρια. Σε κάθε γωνιά, αυτοσχέδιες χορωδίες έψαλλαν τα κάλαντα. Μπροστά σε μαγαζιά, στο πεζοδρόμιο, είχαν στηθεί ψησταριές. Περαστικοί τσιμπολογούσαν και κουβέντιαζαν. Ο δήμος είχε φροντίσει για στολισμό: λαμπιόνια με ευχές, φάτνες, Άγιοι Βασίληδες.
Η προσοχή μου πήγαινε κι ερχόταν: δρόμος και εικόνες μαζί.
Φτάσαμε.
«Κατέβα και κλείδωσε το αυτοκίνητο», μου είπε.
Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, είχε πάρει ήδη τις σακούλες. Κατάλαβα πως θα τον βοηθούσα.
Κατέβηκα. Κλείδωσα. Πήρα τις μισές σακούλες από τα χέρια του. Τον ακολούθησα.
Περάσαμε κάθετα δυο-τρεις δρόμους και βγήκαμε σε μια πλατεία πολύβουη. Μικροπωλητές διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, να ξεπουλήσουν και να προλάβουν σπίτι. Κόσμος πηγαινοερχόταν κρατώντας σακούλες, ψάχνοντας την τελευταία ευκαιρία. Στις γωνίες, μουσικοί έπαιζαν χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Παιδιά τραβούσαν τους γονείς τους για «μία χάρη ακόμη».
Σε μια άκρη, ένα παιδάκι — έντεκα χρονών περίπου — τραγουδούσε με τη συνοδεία ενός άντρα με ακορντεόν. Είχε φωνή κρυστάλλινη. Στάθηκα, άθελά μου, να ακούσω.
Τότε είδα τον κύριο Ασημάκη να μπαίνει σ’ ένα λαϊκό εστιατόριο. Εγώ βρήκα την ευκαιρία να ακούσω δυο-τρία τραγούδια ακόμη. Η φωνή του μικρού, καθαρή, ανέβαινε πάνω απ’ τον θόρυβο.
Ο Ασημάκης βγήκε πάλι στο δρόμο και μου έκανε νόημα. Τον ακολούθησα με δυσαρέσκεια, γιατί όσο απομακρυνόμουν, έχανα εκείνη τη φωνή. Τη στιγμή που ο μικρός τραγουδούσε τον «Μικρό τυμπανιστή».
Μπήκαμε σε έναν δρόμο με αρκετά εγκαταλειμμένα και μισογκρεμισμένα σπίτια. Εκεί, τον είδα να ανεβαίνει τα βρώμικα σκαλοπάτια μιας παλιάς μονοκατοικίας. Σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες — πολλές δεκαετίες πριν.
Η πόρτα ήταν σπασμένη σε πολλά σημεία. Η μία πλευρά κρατιόταν στον μεντεσέ, η άλλη ήταν δεμένη με ένα σκουριασμένο σύρμα. Στο πλατύσκαλο, σκουπίδια και άδεια πλαστικά μπουκάλια νερού.
Ο κύριος Ασημάκης έσπρωξε την πόρτα. Έτριξε παράξενα. Μπήκε μέσα με μια άνεση που με παραξένεψε. Τον ακολούθησα σε μικρή απόσταση, προσέχοντας πού πατάω και τι ακουμπώ.
Περάσαμε σε έναν χώρο που κάποτε θα ήταν σαλόνι. Τώρα ήταν ένας ενιαίος χώρος, με τοίχους φθαρμένους και τρύπες. Καθαριότητα: καμία.
Μέσα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι. Κακοντυμένοι. Βρώμικοι. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να ζεσταθούν δίπλα σε μια παλιά σόμπα που έκαιγε ξύλα από παντζούρια και κουφώματα. Η σόμπα κάπνιζε — από τρία σημεία τουλάχιστον — και ο καπνός έμενε μέσα. Δίπλα, λίγα σκισμένα, βρώμικα στρώματα. Πάνω τους, άνθρωποι ξαπλωμένοι, φανερά άρρωστοι.
Όπου κι αν κοίταζα, έβλεπα φτώχεια. Εγκατάλειψη. Θλίψη. Πρόσωπα χωρίς προοπτική, σαν να είχαν παραδώσει τη θέληση για ζωή.
Κι όμως, μόλις είδαν τον κύριο Ασημάκη, ακούστηκαν μικρά επιφωνήματα ανακούφισης.
Εκείνος τους χαιρέτησε εγκάρδια. Και άρχισε να μοιράζει από τις σακούλες εσώρουχα, κάλτσες και διάφορα άλλα ρούχα. Ρούχα που είχε πάρει από το μαγαζί του.
Εκείνη τη στιγμή μπήκαν δυο άνθρωποι που φαίνονταν γκαρσόνια. Κρατούσαν τεράστιες σακούλες. Άρχισαν να βγάζουν πλαστικά πιάτα με φαγητά και εδέσματα και να τα απλώνουν πάνω σ’ ένα τραπέζι φαγωμένο από σαράκι. Κατάλαβα: τα είχε παραγγείλει όταν είχε μπει πριν στο εστιατόριο.
Ο κύριος Ασημάκης τους παρότρυνε να πλησιάσουν. Να φάνε. Τα φαγητά ήταν αρκετά για όλους. Ίσως να έφταναν και για την επόμενη μέρα.
Όλοι έπιασαν πλαστικά πιρούνια και κουτάλια. Έτρωγαν με ευχαρίστηση. Και πότε-πότε μας κοιτούσαν. Όχι με λόγια. Με βλέμμα.
Βρέθηκαν δύο κασόνια. Τα χρησιμοποιήσαμε για καθίσματα. Και σε λίγο, τρώγαμε κι εμείς μαζί τους.
Τότε ο κύριος Ασημάκης έσκυψε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε:
«Κάποτε ήμουν άστεγος κι εγώ».
Γύρισα και τον κοίταξα. Έμεινα άφωνος.
Δεν ξέρω τι με έσπρωξε, αλλά σηκώθηκα αμέσως.
«Πάω μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο», του είπα.
Βγήκα σχεδόν τρέχοντας. Πήγα στο αυτοκίνητό μου. Πήρα τις σακούλες με τα γλυκά. Γύρισα.
Ο Ασημάκης με κοίταξε ερωτηματικά.
«Μετά από ένα καλό γεύμα χρειάζεται κι ένα επιδόρπιο», είπα.
Άφησα τα isli πάνω στο τραπέζι, στη διάθεση όλων.
Εκείνος με κοίταξε. Και χαμογέλασε — όχι πλατιά. Πικρά. Σαν άνθρωπος που θυμάται κάτι και δεν θέλει να το πει. Δεν ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν.
Βγήκαμε αργότερα.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας και έτριξε.
Κρύο. Πιο δυνατό τώρα.
Η πλατεία πιο κάτω φωτισμένη. Γεμάτη μουσικές. Εδώ πάνω, άδειο. Σαν άλλη πόλη.
Ο κύριος Ασημάκης μπροστά. Τα χέρια στις τσέπες. Δεν γύρισε. Δεν είπε λέξη.
Φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Μπήκε. Κάθισε. Κοίταζε μπροστά. Κι εγώ το ίδιο.
Ησυχία. Βαριά.
Οδήγησα. Χωρίς να ρωτήσω. Χωρίς να εξηγήσει.
Σ’ ένα φανάρι κατέβηκε. Έκλεισε την πόρτα προσεκτικά. Έκανε δυο βήματα. Μετά γύρισε. Μισό πρόσωπο στο φως, μισό στη σκιά.
«Καλά Χριστούγεννα», είπε.
Δεν ήταν ευχή. Ήταν τελεία.
Τον είδα να χάνεται στο στενό. Έμεινα μια στιγμή ακίνητος. Ύστερα έβαλα μπρος.
Η πόλη συνέχισε να γιορτάζει. Όπως πάντα. Και κάπου πιο πάνω, εκείνο το σπίτι θα ξαναγύριζε στο κρύο του.
Τίποτα δεν σώθηκε. Μόνο αναβλήθηκε. Για ένα βράδυ.
Λίγο παρακάτω είδα ένα παιδί. Περπατούσε με κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ένα γλυκό. Ίσως από αυτά που άφησα. Ίσως όχι.
Δεν ρώτησα.
Κάποιες φορές αυτό είναι όλο που μπορείς. Να μη μάθεις.
Πριν από λίγο καιρό έμαθα πως ο κύριος Ασημάκης «έφυγε» από τη ζωή.
Καλές γιορτές σε όλους.
Ανδρέας Μαρολαχάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου